Ζητείται δωμάτιο

Η συμφιλίωση με το παρελθόν, μια γυναικεία φιλία και ορισμένες ελληνογερμανικές ευαισθησίες είναι τα συστατικά ενός διηγήματος της Μιχαέλας Πρίντσιγκερ που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη. Δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην ανθολογία «Gefährliche Ferien. Griechenland» (Επικίνδυνες διακοπές). Το διήγημα εικονογραφούν λήψεις του φωτογράφου Ingo Dünnebier που ζει στη Θεσσαλονίκη.

Η κοπέλα πληκτρολόγησε την πιο τρέχουσα διεύθυνση για ονλάιν κρατήσεις ξενοδοχείων και πανσιόν. Παράλληλα, κόλλησε το ακουστικό στο αυτί συγκρατώντας το με τον ανασηκωμένο της ώμο.

«Καλύτερα στο κέντρο, κάπου κοντά στην παραλιακή. Από κει όλα τα αξιοθέατα είναι δυο βήματα», της έλεγε μια φωνή που ακουγόταν πολύ κοντά, αν και βρισκόταν χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά.

«Εντάξει», συμφώνησε και έριξε μια ματιά στις προσφορές. «Μα, δεν μου πρότεινες ένα ξενοδοχείο; Πώς είπες ότι το λένε;»

«Ξενοδοχείο Ροζίνα, οδός Τσιμισκή 113.»

«Να το, εδώ είναι. Φαίνεται συμπαθητικό, το κλείνω.»

«Ωραία, δεν μπορώ δυστυχώς να έρθω να σε πάρω, θα σου εξηγήσω αργότερα γιατί. Αλλά θα τηλεφωνηθούμε μόλις φτάσεις. Ανυπομονώ να σε δω, Μαλάκω!» Αυτός ήταν ο εντελώς προσωπικός της κωδικός!

Η καλύτερή της φίλη, η Άννα, βρισκόταν εδώ και έξι μήνες στη Θεσσαλονίκη και δούλευε σε κάποιο ερευνητικό πρόγραμμα. Η Άστριντ δεν είχε ρωτήσει λεπτομέρειες, ποιο ήταν ακριβώς το αντικείμενο, αλλά ούτε η Άννα τής είχε μιλήσει ποτέ αναλυτικά. Πάντως, πρέπει να ήταν κάποιο ιστορικό, νομικό θέμα.

Η Άστριντ βρισκόταν απλά στη φάση που χρειαζόταν πάλι αγκαλίτσες, να ξαναθυμηθεί την ηρωική νιότη και τους άντρες της και να καταστρώσει σχέδια για το μέλλον. Α & A, Άστριντ & Άννα. Ήσαν δυο, σαν τους Σπένσερ και Χιλ στο φιλμ Το νου σας και σας φάγαμε, θα μπορούσε να πει κανείς – πρόσφατα είχε δει, ένα βράδυ που βαριόταν, αυτή την παλιά κιτς ταινία.

Οι μέρες ενόψει της αναχώρησης από το Βερολίνο πέρασαν πολύ γρήγορα, στην εταιρεία είχε πολλή δουλειά, είχε όμως ορκιστεί ότι δεν θα άφηνε κανέναν να της χαλάσει την προσμονή του ταξιδιού, έστω κι αν είχε στρες και η γραμματέας τής ασκούσε πιέσεις. Μια και η Άννα, με τη μικρή της υποτροφία, διέθετε μόνο ένα δωματιάκι, ήταν αυτονόητο ότι έπρεπε να βρει κατάλυμα. Και λίγη απόσταση μεταξύ τους δεν θα έβλαπτε.

Φτηνή εταιρεία, χειραποσκευή, το περιοδικό στο κάθισμα, μίνι γεύμα, αλλαγή της ώρας. Ήταν συνειδητή η επιλογή της να αποφύγει την πολυτέλεια μιας εταιρείας με μεγαλύτερη άνεση. Μ’ αυτό τον τρόπο έδειχνε την αλληλεγγύη της στην Άννα, την κόρη ενός γκασταρμπάιτερ. Γι’ αυτό και δέχθηκε αμέσως την πρότασή της να μείνει στο απλό ξενοδοχείο Ροζίνα. Αν και το βαλάντιό της τής επέτρεπε να κλείσει ξενοδοχείο πέντε αστέρων.

Η καλοκαιρινή σαιζόν είχε περάσει και το αεροδρόμιο έμοιαζε με εγκαταλελειμμένο διαστημικό σταθμό που είχε εκκενωθεί υποχρεωτικά λόγω κάποιας επίθεσης εξωγήινων. Ρωτώντας εδώ κι εκεί βρήκε το λεωφορείο του αεροδρομίου. Καπάκι μετά, σαράντα σχεδόν λεπτά ταξίδι πάνω σε καθίσματα με προβληματικές σούστες μέχρι το κέντρο της πόλης. Ήταν κι αυτός ένας σιωπηλός φόρος τιμής στη φιλία της με την Άννα, που δεν είχε ποτέ άνεση χρημάτων. Τα έχανε λιγάκι με τον ίδιο της τον εαυτό. Αφού η Άννα δεν ήξερε τίποτα για όλα αυτά, ούτε με ποια εταιρεία πετούσε, ούτε αν έπαιρνε τώρα από το αεροδρόμιο για το κέντρο ταξί ή το λεωφορείο της γραμμής. Κατά περίεργο τρόπο όμως ένιωθε υποχρεωμένη να λάβει υπόψη την οικονομική κατάσταση στην πατρίδα της Άννας και να μην σκορπάει επιδεικτικά τα εκ Γερμανίας χρήματά της. Είχε την ελπίδα ότι η Άννα θα δεχόταν μια τουλάχιστον πρόσκληση για φαγητό. Βρισκόταν τώρα στον «χώρο δικαιοδοσίας» της Άννας και ήταν κανονικά διαρκώς και παντού προσκεκλημένη. Για τη φίλη της ήταν ούτως ή άλλως βαρύ το ότι δεν μπορούσε να την φιλοξενήσει ανάλογα και να της μαγειρεύει. Σ’ αυτό τον τομέα, στην υπερηφάνεια του οικοδεσπότη, τα παιδιά των γκασταρμπάιτερ μπορούσαν να γίνουν πολύ κουραστικά.

Ο αριθμός 113 στην Τσιμισκή δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί, να ’ναι καλά οι χάρτες της Γκουγκλ. Κάτω από τον μεσογειακό ήλιο του Δεκέμβρη λαμποκόπησε μπροστά της η επιγραφή με το όνομα του ξενοδοχείου. Μόνο το όνομα Ροζίνα ήταν παράξενο. Συνήθως τα ελληνικά ξενοδοχεία λέγονται Ηλέκτρα, Μακεδονία ή Mediterranean Palace, Ελ Γκρέκο ή Ολυμπία, Ανδρομέδα ή Μινέρβα, ενοικιαζόμενα διαμερίσματα Ελένη ή Νίκη.

aufgewühltes Meer
Θεσσαλονίκη, ©Ingo Dünnebier

Από τη στάση του λεωφορείου στη ΧΑΝΘ μέχρι την Τσιμισκή 113 ήταν μόνο μερικές πάροδοι, ευτυχώς δεν είχε μαζί της παρά μόνο μια μικρή βαλίτσα με ροδάκια. Το ξενοδοχείο Ροζίνα βρισκόταν σε μια διασταύρωση, ήταν ένα τριώροφο σπίτι με κλειστό εξώστη, πλαισιωμένο από δυο μικρά μπαλκόνια. Η υποδοχή είχε επένδυση με μαρμάρινες πλάκες, ένας βαρύς πάγκος από μαχαγκόνι, στολισμένος με τα συνηθισμένα φυλλάδια, ήταν θρονιασμένος δεξιά από το κλιμακοστάσιο. Η Άστριντ έβγαλε τη βεβαίωση της κράτησης και η γυναίκα στη ρεσεψιόν είπε: «Room 304.»

Το βλέμμα της έπεσε πάνω στον πάγκο, στη φωτογραφία ενός κοριτσιού με χρυσή κορνίζα που έμοιαζε με παλιό οικογενειακό κειμήλιο. Σκούρα μάτια, μαλλιά μέχρι τους ώμους, το πρόσωπο μιας δεκατριάχρονης. Ψαχούλεψε στη μνήμη της: κάπου το ήξερε αυτό το κορίτσι. Απόρησε που μια τόσο ιδιωτικού χαρακτήρα φωτογραφία βρισκόταν στη ρεσεψιόν. Θα ταίριαζε μάλλον στη βιτρίνα ενός καθιστικού που μυρίζει κλεισούρα.

Αποδείχθηκε ότι το μικρό ξενοδοχείο δεν είχε ασανσέρ. Λογικό με τέτοιες καταπληκτικές τιμές. Το πιο βαρύ πράγμα μέσα στη βαλίτσα της ήταν τα βιβλία που είχε αναλάβει να φέρει στην Άννα. Είχε περάσει να τα πάρει από το βιβλιοπωλείο που της είχε πει η φίλη της, χωρίς να δώσει προσοχή στους τίτλους, και μετά τα έβαλε βιαστικά στη βαλίτσα όπως ήταν, τυλιγμένα μέσα στην πάνινη τσάντα με το όνομα του βιβλιοπωλείου.

Η Άστριντ δεν υπήρξε ποτέ βιβλιοφάγος σαν την Άννα. Παρ’ όλα αυτά οι Α & A συνεννοούνταν πολύ καλά μεταξύ τους. Υπήρχαν άλλα πράγματα που τις συνέδεαν. Όπως για παράδειγμα τα ατέλειωτα απογεύματα στο σπίτι των γονιών της Άννας, όταν η Άννα με άπειρη υπομονή της μάθαινε αγγλικές λέξεις ή της εξηγούσε τις ασκήσεις στα μαθηματικά. Η Άστριντ έβγαλε το κινητό της και σχημάτισε τον αριθμό της Άννας. Το μόνο που άκουσε όμως ήταν πρώτα μια ακατάληπτη ηχογραφημένη φωνή στα ελληνικά, και μετά μια στα αγγλικά που έλεγε: «Please, hold the line». Αφού την άκουσε να το λέει μερικές φορές, έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν υπήρχε περίπτωση, η Άννα θα εμφανιζόταν. Σε αντίθεση μ’ αυτήν, η Άννα ήταν η ενσάρκωση της ακρίβειας και της αξιοπιστίας.

Σε πολλά πράγματα ήταν διαφορετικές: Η Άννα είχε σκούρα μαλλιά, η Άστριντ κατάξανθα∙ η Άννα ήταν η μικρομέγαλη υποδειγματική μαθήτρια, η Άστριντ η απείθαρχη αντάρτισσα∙ η Άννα ήταν η ταλαντούχα από οικογένεια γκασταρμπάιτερ, η Άστριντ η αμφισβητίας του σχολείου, από σπίτι πτυχιούχων πανεπιστημίου∙ η Άννα ήθελε με τη μόρφωση να ανέβει, η Άστριντ δεν άντεχε άλλο το μάθημα πιάνου, το μπαλέτο και τα γαλλικά επιδόρπια. Και όμως είχαν γίνει φίλες, τότε που ήταν ακόμη στην πρώτη γυμνασίου. A & A έγινε το σήμα κατατεθέν της φιλίας τους κι έτσι τις αποκαλούσαν και οι άλλοι. «Είδατε σήμερα τις A & A;» Όπου κι αν βρισκόταν η Άστριντ δεν ήταν μακριά και η Άννα, και το αντίστροφο.

Hausnummer, Gegensprechanlage
Θεσσαλονίκη, ©Ingo Dünnebier

Η Άστριντ αποφάσισε να πάει πρώτα να φάει κάτι. Είχε πάρει την πρωινή πτήση και σιγά-σιγά της άνοιγε η όρεξη. Περπάτησε με τα πόδια προς την κατεύθυνση της Πλατείας Αριστοτέλους και σε μια μικρή πάροδο κάθισε σ’ ένα μαγαζάκι με μπουγάτσες. Η Άννα της είχε πει πολλά γι’ αυτή τη σπεσιαλιτέ. Η Άστριντ ήταν περήφανη που μπορούσε να προφέρει σωστά τη λέξη. Το μεγάλο εμπόδιο ήταν το γ. Δεν ήταν το γερμανικό g, αλλά ένας φθόγγος που σχηματιζόταν κάπου βαθιά μέσα στον ουρανίσκο, κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα στο r και το g. Και ο τονισμός στην παραλήγουσα. Ο σωστός τονισμός των συλλαβών είναι πολύ σημαντικός στα ελληνικά, της είχε εξηγήσει η Άννα.

Πίσω από τον πάγκο στεκόταν ένας νεαρός. «Μια μπουγάτσα, παρακαλώ», του είπε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια ναζιάρικα, οπότε της σέρβιραν σ’ ένα πιατάκι ζεστή ζεστή και κομμένη σε μικρά κομμάτια τη γλυκιά εκδοχή αυτής της λιχουδιάς, σφολιάτα γεμιστή με κρέμα, πασπαλισμένη με άχνη. Ήταν πεντανόστιμη. Μετά έριξε μια γρήγορη, εξεταστική ματιά στο κινητό της, αλλά δεν έδειχνε να την έχει πάρει κανείς, ούτε να της έχει στείλει μήνυμα στο γουατσάπ, αλλά ούτε και στα μηνύματα του φέισμπουκ υπήρχε κάτι από την Άννα. Της έστειλε το στίκερ με τα δυο σκιουράκια και την καρδούλα που χοροπηδάει. Μπορεί έτσι να αντιδρούσε. Ανάρτησε μετά γρήγορα-γρήγορα τη φωτογραφία της μπουγάτσας στο ίνσταγκραμ, κομμένη λίγο λοξά και επεξεργασμένη με φίλτρο που έβαψε τη γέμιση πρασινωπή και βούτηξε τη σφολιάτα σ’ ένα έντονο καφεκόκκινο. #Θεσσαλονίκη. #μπουγάτσα. Δεν περίμενε μέχρι να έρθουν τα πρώτα λάικ.

Πλήρωσε, και πήρε τον δρόμο της επιστροφής από την παραλιακή προς την κατεύθυνση του Λευκού Πύργου. Ένιωσε τον παγερό αέρα να διαπερνά τα μαλλιά της κι έσφιξε πάνω της το παλτό. Στη γωνία Γούναρη κοντοστάθηκε, μετά όμως πήρε την απόφαση να μην επιστρέψει ακόμα στο ξενοδοχείο, αλλά να επισκεφθεί πρώτα το σήμα κατατεθέν της πόλης, τον Λευκό Πύργο. Η Άννα της είχε μιλήσει γι’ αυτόν. Από τον πάνω όροφό του είχε κανείς θαυμάσια θέα προς την επικράτεια του μπετόν που ορθωνόταν απέναντι στη γαλάζια θάλασσα. Ναι, έτσι ποιητικά το είχε διατυπώσει η Άννα. Όταν έφθασε στην είσοδο του μουσείου είδε κολλημένο πάνω της ένα σημείωμα, που είχαν γράψει απρόσεκτα και προφανώς στα γρήγορα κι όπου κατάφερε να διακρίνει μια αγγλική λέξη με κεφαλαία: «STRIKE». Μα βέβαια, και γι’ αυτή την ελληνική συνήθεια είχε ακούσει από την Άννα.

Έκανε μεταβολή και τελικά πήγε στο ξενοδοχείο Ροζίνα. Αυτή τη φορά απόρησε στην είσοδο. Στην άφιξη δεν είχε προσέξει καθόλου τη μαρμάρινη πλάκα που είχαν τοποθετήσει στον αριστερό στύλο. Είχε μια επιγραφή στα ελληνικά και τα αγγλικά, κατάφερε να διαβάσει το αγγλικό κείμενο: «In deep gratitude dedicated to Dr. Georgios Karakotsos and his family and Walter, the Austrian officer, the Malachim who saved our lives.» Αυτόματα τράβηξε φωτογραφία αυτή την αναμνηστική πλάκα, χωρίς να κάνει βαθύτερες σκέψεις για το μήνυμά της. Δεν ήξερε κάποιον Έλληνα μ’ αυτό το όνομα που δεν μπορούσε να προφέρει κανείς, αλλά ούτε και κάποιον Αυστριακό ονόματι Βάλτερ. Τι σήμαινε malachim; Έψαξε γρήγορα στην Γκουγκλ: malach, στα εβραϊκά, σημαίνει «άγγελος» ή «αγγελιαφόρος» —ο πληθυντικός, malachim.

Αυτό ταίριαζε στην Άννα. Την παρέσυρε σ’ ένα ξενοδοχείο με μια ιστορία που στην ουσία δεν ήθελε καν να την ακούσει. Τι σχέση είχε αυτή με το γερμανικό παρελθόν στις όποιες χώρες της Ευρώπης; Άρχισε να εκνευρίζεται. Διαρκώς αυτό το σηκωμένο δάχτυλο, διαρκώς αυτό το ηθικό κήρυγμα, διαρκώς αυτός ο ρόλος του θύματος. Προσπάθησε να αποφύγει το βλέμμα του ξένου κοριτσιού πάνω στη φωτογραφία της ρεσεψιόν. Ροζίνα, έτσι πρέπει να την έλεγαν.

Ανέβηκε από τη σκάλα στο δωμάτιό της, σήκωσε τη βαλίτσα της και την έβαλε πάνω στο επιπλάκι για τις αποσκευές, οι κλειδαριές κροτάλισαν ανοίγοντας. Ακούμπησε πάνω στο μικρό γραφείο την πάνινη τσάντα με τα βιβλία της Άννας, μετά κρέμασε τα ρούχα της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και το βλέμμα της προσηλώθηκε στο ταβάνι. Μέχρι στιγμής, ούτε ένα σημείο ζωής από την Άννα. Αχ, δεν με παρατάει λέω εγώ, η Μαλάκω! Αγάπη και μίσος δεν απέχουν και πολύ όταν πρόκειται για τις καλύτερες φίλες.

Όταν τελικά έβγαλε τα βιβλία από την πάνινη τσάντα, το βλέμμα της έπεσε αμέσως πάνω σ’ ένα σοβαρό, πρώιμα ώριμο παιδικό πρόσωπο. Γι’ αυτό λοιπόν η φωτογραφία στη ρεσεψιόν της είχε φανεί τόσο γνωστή! Το βιβλίο είχε τον τίτλο: 548 ημέρες. Με άλλο όνομα. Το άνοιξε στο κεφάλαιο «Βάλτερ» και διάβασε: «Από τον Απρίλιο του 1943 έως τα τέλη Οκτωβρίου 1944 κρυφτήκαμε στο διαμέρισμα της οικογένειας Καρακώτσου. Τρίτος όροφος της Τσιμισκή 113. Το 113 δεν είναι μακριά από το 35 της Τσιμισκή, όπου η μόνιμη κατοικία μας, αλλά και από το 22 της Τσιμισκή, όπου το μαγαζί του πατέρα. Τόλμη ήταν που βρισκόμασταν στο κέντρο της πόλης, όπου μας γνώριζαν όλοι. Δειλία ήταν που δεν αποφασίσανε οι γονείς μας να πάρουμε το τρένο, με ψεύτικες ταυτότητες βέβαια, όπως έκαναν πολλοί, για να πάμε στην ιταλοκρατούμενη Αθήνα ή στην Αλβανία, ή που δεν πήραμε τα βουνά.»

Stühle, Fensterscheibe
Θεσσαλονίκη, ©Ingo Dünnebier

Βυθίστηκε στο διάβασμα. Δωμάτιο 304 στο ξενοδοχείο Ροζίνα. Ήταν δυνατόν να κοιμάται στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο, όπου πριν από 75 χρόνια είχε επιβιώσει αυτή η μικρή Εβραιοπούλα στο κέντρο μιας πόλης που είχαν καταλάβει οι γερμανικές δυνάμεις; Η Ροζίνα Πάρδο είχε αρχίσει τότε να γράφει ένα ημερολόγιο με το ψευδώνυμο Ρούλα Καρακώτσου. Ήταν δυνατόν να καθόταν η Ροζίνα στο ίδιο ακριβώς γραφείο και να κρατούσε σημειώσεις με τον καθαρό, παιδικό γραφικό της χαρακτήρα σ’ ένα σχολικό τετράδιο με καφεκόκκινο εξώφυλλο; Ο δόκτωρ Γεώργιος Καρακώτσος είχε δώσει στον πατέρα της Ροζίνας την ταυτότητα ενός εξαδέλφου του που είχε πεθάνει. Έτσι είχε αποκτήσει κι αυτή άλλο όνομα και άλλη ταυτότητα, είχε γίνει ξαφνικά ελληνορθόδοξη χριστιανή. Μ’ αυτό τον τρόπο κατάφερε να αποφύγει τον εκτοπισμό και να σωθεί στο κέντρο μιας κατεχόμενης πόλης, έξω από το γκέτο, πίσω από την αστική πρόσοψη της Τσιμισκή 113.

Σελίδα τη σελίδα μάθαινε όλο και περισσότερα για την ιστορία της Ροζίνας. Ο Βάλτερ, ο Αυστριακός αξιωματικός που μπαινόβγαινε στη γερμανική Κομαντατούρ, στο ξενοδοχείο Μαζεστίκ στην Πλατεία Αγίας Σοφίας, ήταν κάθε τόσο μουσαφίρης της οικογένειας Καρακώτσου. Είχε σπουδάσει μαζί με τη Φαίδρα Καρακώτσου στο Κονσερβατουάρ της Βιέννης κι όταν μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη την είχε αναζητήσει. Η Άστριντ έβλεπε μπροστά της αυτό τον όμορφο άντρα να βαδίζει με άνετο βήμα προς την Τσιμισκή, μες στην άψογη στολή του, και μετά να παίζει στο πιάνο τού φίλου του γιατρού βιεννέζικα βαλς του Γιόζεφ Λάνερ και του Καρλ Μιλέκερ. Και η Ροζίνα κρυφάκουγε από την κρυψώνα της τις χαρούμενες μελωδίες, τους οικοδεσπότες να γελούν ξέγνοιαστα, ενώ έξω στον δρόμο μικρές παρέες ανθρώπων με κουρελιασμένα παλτά και με το κίτρινο αστέρι πάνω τους προχωρούσαν σκοντάφτοντας εδώ κι εκεί με βιάση, για να μην ερεθίζουν τους φρουρούς που ούρλιαζαν από πίσω τους.

Το παρελθόν δεν παρέρχεται ποτέ, σκέφτηκε η Άστριντ. Μας κυνηγάει από πίσω κι όλο μας φτάνει. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον παππού της, ευυπόληπτο δικαστή με σεβαστή περιουσία, αλλά και διασυνδέσεις με τα Ες-Ες που ήρθαν στο φως μόλις λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του. Φυσικά και δεν έπαθε τίποτα, βγήκε στη σύνταξη λίγους μήνες νωρίτερα από το προβλεπόμενο και η υπόθεση καλύφθηκε από πέπλο σιωπής. Οι καλές σχέσεις του με τις ελίτ της πολιτικής και της οικονομίας αποδείχθηκαν ωφέλιμες.

Η Άννα συνεννοούνταν πάντα υπέροχα με τον παππού της Άστριντ, τον θαύμαζε για την οξυδέρκεια και τις αναλυτικές του ικανότητες, για τις ένθερμες συνηγορίες και τα άρθρα του στην έγκυρη συντηρητική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung. Ο παππούς της Άστριντ ήταν και ο λόγος που η Άννα σπούδασε νομικά. Είχε ενσταλάξει στην ψυχή της τον πόθο για δικαιοσύνη. Πόσο πικρή θα ήταν η απογοήτευσή της, όταν τα δαιμόνια του παρελθόντος πρόλαβαν τον μέντορά της και ξεσκέπασαν τη δράση του. Ο Δρ. Γκ., ο οποίος έχαιρε εκτιμήσεως και πέρα από τους κύκλους της ειδικότητάς του,  και που με τόση δεινότητα υποστήριζε στη FAZ ότι πρέπει να δείχνουμε ανοχή και να δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία στους νεαρούς δράστες αξιόποινων πράξεων, ως νεαρός  στρατιώτης υπήρξε συνοδοιπόρος των ναζί και εκτελούσε αδιαμαρτύρητα απάνθρωπες διαταγές των ανωτέρων του.

Η Άστριντ έβγαλε το κινητό της και αναζήτησε στο Γκουγκλ την ιστορία της Θεσσαλονίκης: Madre d’ Israel, Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων, προπύργιο των Σεφαραδιτών, με ένα από τα μεγαλύτερα εβραϊκά νεκροταφεία στον κόσμο, πάνω στο οποίο έχει χτιστεί σήμερα το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, πολυπολιτισμικό χωνευτήρι της Μεσογείου, μέχρις ότου μια πυρκαγιά κατέστρεψε το 1917 μεγάλο μέρος της πόλης. Aργότερα, διώξεις και εκτοπίσεις του εβραϊκού πληθυσμού, που οδηγήθηκε στον αφανισμό: πενήντα χιλιάδες νεκροί συνολικά, ανάμεσά τους πολλές χιλιάδες παιδιά. Δεν τα ήξερε όλα αυτά. Όπως δεν ξέρει κανείς και πολλά άλλα πράγματα, για τα οποία δεν ρωτά ή δεν τα ψάχνει.

Straßenbahn und Fischer
Θεσσαλονίκη, ©Ingo Dünnebier

Και ξαφνικά, μέσα από όλους αυτούς τους αριθμούς και τα στοιχεία, άρχισε να αχνοφέγγει το πρόσωπο της Ροζίνας, η προσωπική της ιστορία που ηχούσε εντελώς διαφορετικά από τα ανώνυμα, ακατανόητα δεδομένα, από το σύστημα συντεταγμένων που απλωνόταν σαν ιστός αράχνης πάνω από την πόλη και τον χάρτη της Ευρώπης. Και την ίδια στιγμή έπαιρνε σάρκα και οστά η μορφή ενός Αυστριακού αξιωματικού που είχε δράσει εντελώς διαφορετικά από τον παππού της. Όταν οι Γερμανοί θέλησαν να επιτάξουν ένα δωμάτιο στο διαμέρισμα Καρακώτσου για άνδρες της Βέρμαχτ και δεν τους άνοιξαν καν την πόρτα, αυτός εξαφάνισε τη σχετική αναφορά με αποτέλεσμα να αφήσουν έκτοτε την πενταμελή οικογένεια στην ησυχία της.

Η Ροζίνα κατέγραψε ως εξής την επίσκεψη της Γκεστάπο: «Ειδοποιημένοι εμείς στην κρεβατοκάμαρα κλειδώνουμε από μέσα. Ήμουνα με τον πατέρα, στην απελπισία μας χωθήκαμε στην ντουλάπα. Χτυπήσανε, είδαν το κλειδί από μέσα και φύγανε σίγουρα προβληματισμένοι. Στο διάστημα αυτό η μάνα με τη Λιλή κρυφτήκανε πίσω από το παντζούρι στο μπαλκόνι της κουζίνας. Είναι φορές που μετράς τον χρόνο που περνάει στον ρυθμό των χτύπων της καρδιάς σου, κι ας είσαι παιδί, το θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή.»

Θα μπορούσε άραγε να αποκοιμηθεί απόψε το βράδυ; Ή μήπως θα ξαγρυπνούσε, έχοντας κατά νου το φόβο που πέρασε και τις προσευχές που απηύθυνε στα ουράνια η κρυμμένη οικογένεια, όταν η Γκεστάπο στεκόταν έξω από την πόρτα της;

«Για ποιο πράγμα με κατηγορείς;», έγραψε απευθυνόμενη στην Άννα, με μήνυμα στο κινητό της, στο φέισμπουκ και στο γουατσάπ. Μετά ανέβασε στο ίνσταγκραμ τη φωτογραφία της αναμνηστικής πλάκας. #Θεσσαλονίκη. #malachim. Όμως η Άννα σώπαινε και την άφηνε μόνη με την ερώτησή της. Οι A & A είχαν πίσω τους ολόκληρη ιστορία, αλλά θα είχε άραγε η φιλία τους και μέλλον; Μέσα σε λίγες ώρες τα πάντα είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση. Μόλις σήμερα το πρωί η Άστριντ είχε βγει από το σπίτι της ανίδεη, σέρνοντας το βαλιτσάκι με τα ροδάκια, πηγαίνοντας στο αεροδρόμιο του Βερολίνου. Και να που τώρα καθόταν στο δωμάτιο της Ροζίνας στη Θεσσαλονίκη και η πιο καλή της φίλη είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης.

Από τότε που είχε αποκαλυφθεί η ενοχή του Δρ. Γκ. η Άννα κουβαλούσε πάντα μαζί της μια σιωπηρή μομφή. Δεν την είχε διατυπώσει ποτέ ανοιχτά, έδειχνε όμως ότι θεωρούσε τη φίλη της συνυπεύθυνη για τις πράξεις του παππού της. Η Άστριντ είχε φτιάξει την εταιρεία της με τη δική του κληρονομιά, και κατά συνέπεια έπρεπε να χρεωθεί και την ενοχή του κληροδότη. Να ήταν άραγε ο Δρ. Γκ. ένας από τους νεαρούς εκείνους φρουρούς των Ες-Ες που εξευτέλιζαν επί ώρες τον εβραϊκό πληθυσμό στην Πλατεία Ελευθερίας; Να ήταν άραγε ο σχεδόν αμούστακος Γκ. παρών κατά την επίσκεψη της Γκεστάπο στο σπίτι του Δρ. Καρακώτσου; Να είχε βρει η Άννα, καθώς ερευνούσε, κάποιο ίχνος που οδηγούσε στον παππού της;

Ήταν ώρα πια να δώσει η Άννα κάποιο σημείο ζωής. Δεν ήταν έντιμο να την αφήνει μόνη της με όλα αυτά τα ερωτήματα. Πλινγκ! Σαν για επιβεβαίωση το κινητό της έβγαλε τον ήχο που σήμαινε άφιξη μηνύματος: «Ώρα 21.00 στην Αψίδα του Γαλέριου. Σόρυ για την καθυστέρηση». Η Άστριντ αποφάσισε να ξαπλώσει μισή ωρίτσα και να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη, πριν βγει για το ραντεβού.

Stadtansicht
Θεσσαλονίκη, ©Ingo Dünnebier

Το κόκκινο μπουφάν της Άννας της γυάλισε ήδη από μακριά κάτω από την υστερορωμαϊκή Αψίδα του Θριάμβου. Στάθηκαν αμήχανες η μια απέναντι στην άλλη, καμιά δεν έκανε το πρώτο βήμα. «Έλα», είπε στο τέλος η Άννα, και τράβηξε χωρίς δεύτερη κουβέντα την Άστριντ από τον πεζόδρομο που κατευθύνεται στη θάλασσα ώς το σημείο των ανασκαφών στα ανάκτορα του Γαλέριου. Αλλά ακόμα κι όταν κάθισαν σ’ ένα μικρό μεζεδοπωλείο, εξακολουθούσαν να σωπαίνουν.

«Δεν μπορώ να σας βλέπω άλλο έτσι, σας κερνάω μισό λίτρο από το δικό μας κρασί», είπε το αφεντικό στην Άννα, αφού είχε φέρει προηγουμένως τον κατάλογο και τις είχε κόψει για λίγο με την άκρη του ματιού. Έβαλε στο τραπέζι ένα κανάτι με δυο ποτηράκια.

«Εσείς οι Έλληνες πια, αμάν κάνετε για να κερνάτε!» Ή Άστριντ έβαλε τα γέλια. «Καλό τρικ, όταν το λεγόμενο θύμα κάνει τους λεγόμενους θύτες να νιώσουν άβολα.»

«Όχι, απλά είναι φιλοξενία. Καλή παλιά παράδοση από την αρχαιότητα!», σχολίασε η Άννα κι έκανε να πιάσει το χέρι της Άστριντ.

«Δεν με παρατάς, λέω εγώ.»

«Κι εσύ εμένα.»

Όταν ο μαγαζάτορας αποτραβήχτηκε πίσω από τον πάγκο του, οι A & A χαμογέλασαν. Ήταν όπως τις καλές παλιές εποχές του σχολείου, όταν συνωμοτούσαν σε βάρος των μεγάλων. Η Άστριντ ακούμπησε την πάνινη τσάντα με τα βιβλία της Άννας πάνω στο τραπέζι.

«Διάβασα την ιστορία της Ροζίνας», είπε. «Έχεις δίκιο, ο παππούς μου θα μπορούσε να έχει ενεργήσει διαφορετικά. Σε κάθε δικτατορία υπάρχουν περιθώρια για αντίσταση. Αλλά το ερώτημα για τη δική μας γενιά είναι τελικά: Τι σχέση έχουν όλα αυτά με μας;»

«Ακριβώς», απάντησε η Άννα. «Και πώς προχωράμε στη ζωή μ’ αυτή την εσωτερική δυσφορία; Είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάξουμε κατάματα το παρελθόν, έχοντας κατά νου το μέλλον.»

Η Άστριντ σήκωσε το ποτήρι με το κρασί και πάνω του καθρεφτίστηκε το πρόσωπο της Άννας. Ένα πράγμα ήταν σαφές: Αυτό το παρατεταμένο σαββατοκύριακο δεν θα φλυαρούσαν για τη νιότη τους, για ερωτοδουλειές και επαγγελματικά σχέδια για το μέλλον. Θα πήγαιναν πιο βαθιά, μπορεί και να πονούσαν.

Η Άννα σήκωσε κι αυτή το ποτήρι της. «Γεια μας, Μαλάκω», είπε και χαμογέλασε στην Άστριντ.

Κείμενο: Μιχαέλα Πρίντσιγκερ, διήγημα από την ανθολογία: Gefährliche Ferien. Griechenland. Diogenes-Verlag 2018. Μετάφραση: Σπύρος Μοσκόβου, επιμέλεια: Μαρία Στεφανοπούλου.

Σημ. της συγγραφέως:
Τα αποσπάσματα προέρχονται από την αυτοβιογραφία της Ροζίνας Ασσέρ Πάρδο: 548 ημέρες με άλλο όνομα. Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2008, 128 σελίδες, ISBN: 978-960-336-322-4.
Η Ροζίνα Ασσέρ Πάρδο και τα μέλη της οικογένειας Καρακώτσου είναι πρόσωπα υπαρκτά, η πλοκή του διηγήματος ωστόσο φανταστική.

Buchumschlag, Liegestühle

Αυτή η θέση είναι επίσης διαθέσιμη σε: DE