Συνομιλία με την Λίλη Μιχαηλίδου

Η μεταφράστρια Μιχαέλα Πρίντσιγκερ είχε, με αφορμή μια εκδήλωση στο Βερολίνο το Νοέμβρη του 2017 (με τους Alexander Filyuta, Michaela Prinzinger, Lily Michaelidou, Caca Savic und Katharina Deloglou στην πάνω φωτό), την ευκαιρία να συνομιλήσει με την Κύπρια ποιήτρια Λίλη Μιχαηλίδου. Λόγος έγινε μεταξύ άλλων για την ιδιαίτερη κατάσταση των Κυπρίων λογοτεχνών στο από το 1974 διχοτομημένο νησί. Η Λίλη Μιχαηλίδου ζει στη Λευκωσία και συνδιευθύνει από το 2013 τον ΜΚΟ Ιδεόγραμμα που διοργανώνει στην Κύπρο και στο εξωτερικό λογοτεχνικά φεστιβάλ και ποιητικές βραδιές. Από το 2001 έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο πεζογραφίας.

Ακούστε τη συνομιλία στην εκπομπή Cosmo – Elliniko Randevu, ξεκινώντας στο λεπτό 00:24 (με την παρουσιάστρια Εύα Μικροπούλου και τη συντάκτρια Αντρέα Μαυροειδή). Διαβάστε πιο κάτω μερικά ποιήματα της Λίλης Μιχαηλίδου.

 

Παλιά Ημερολόγια

Σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης
φυλάω τα παλιά ημερολόγια.
Τα ανοίγω πότε πότε, όχι για να θυμηθώ
μα για να διαγράψω, να μην επαναλάβω.

Γιατί η επανάληψη κρύβει μια τυραννία
που σκοτώνει με λεπτότητα.

Απροσδόκητα 

Ι

Η κρίση χώρεσε παντού.
Τα μαλλιά της ανεμίζουν στα πρόσωπά μας.
Το άρωμα της, μυρωδιά μπουρδέλου, διαπεραστικό.
Κοιτάει με πάθος και αυταρέσκεια.

Οι κατηφορικοί δρόμοι της κρίσης.
Μπαλκόνι με θέα την κοιλάδα της κρίσης.
Το οικόσημο στην είσοδο της κρίσης.

Μα η κρίση, σκέφτομαι, είναι μια αφηρημένη έννοια
Πώς θα μπορούσε να κατακτήσει τον αέρα, τα βουνά
τη θάλασσα, τον ήλιο;
Πώς είναι δυνατό όλο αυτό το ευρύχωρο φως γύρω μας
να ανήκει στην κρίση;

Αψηφώ τις προειδοποιήσεις.
Φοράω τον χρόνο ανάποδα
ξεριζώνω τους άσπρους κροτάφους του
βάφω τα χείλη του κόκκινα
και εκτίθεμαι στην κρίση σας. 

ΙΙ

5.30 το πρωί.
Η ταξινόμηση του σώματος, όπως μέσα στη φύση.
Όλα έχουν τη θέση τους. τα μάτια, το φως
η γεύση, η αφή, ο πόνος.
Και κει που νομίζεις πως τα πάντα λειτουργούν εξημερωμένα
ένα κρακ και το τσόφλι σπάει κι ονειρεύεσαι πως πετάς
πως όλα γύρω σου κινούνται μ’ ελαφρότητα
βουβά, δίχως πρόσωπα.
Ένα ακόμη κρακ και σπάνε τα μαλλιά, το βλέμμα
το χαμόγελο, η ισορροπία.

Έξω η ατμόσφαιρα είναι θολή.
Πάλι η άμμος από την Αφρική – όπως κάθε Μάρτη –
κι ο Ραχμάνινοφ επιμένει να σε παρασέρνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
σε τόπους που δεν ονειρεύτηκες
ποτέ.

 

Στις παλάμες της Βαρκελώνης

                                                                                             στην Άννη μου

Τη μέρα που κατέβηκα στη Βαρκελώνη
ο ουρανός προμήνυε καλοκαιρία κι ο αέρας
έπαιρνε τις κωδωνοκρουσίες μακριά, έξω από την πόλη.
Όταν αργότερα μπήκα στον Καθεδρικό ναό ανακάλυψα
πως είχε μπει πολύ πριν από μένα η τεχνολογία
και πήρε τη θέση των κεριών.
Μ’ ένα κουμπί, ανάβει το ηλεκτρικό κερί
που διαρκεί ανάλογα με την εισφορά και την πίστη.

Στο μουσείο Πικάσο
οι αίθουσες ήταν χωρισμένες σε περιόδους
και οι φωτογραφίες απαγορεύονταν.
Ο ζωγράφος όμως μας φωτογράφιζε
κοιτάζοντάς μας καχύποπτα.
Οι πινελιές κατά το τέλος της ζωής του ήταν εκκεντρικές
κι η έκφραση στα πρόσωπα των γυναικών που αγάπησε
ήταν διχασμένη.

Να χαμογελάσουν ή να κλάψουν;

Με σηκωμένο γιακά διέσχιζε τη λεωφόρο
με τα ψηλά πλατάνια. πουλιά.
Τα μαλλιά του ανέμιζαν καθώς και το μακρύ κασκόλ.
Οι σκιές των φύλλων έπαιζαν στο πρόσωπό του.
Αυθεντική χορογραφία.
Βήμα σε ρυθμό δευτερολέπτων. στοιχειωμένο βήμα.
ένα χαμόγελο. κατάκτηση.
Τον ακολούθησα με το βλέμμα.
Απομακρυνόταν σαν σύννεφο αλλάζοντας σχήματα
στο αόριστο του ορίζοντα.

Όλα τα κτίρια είχαν ανοιχτά τα παράθυρα.

Στην αρένα. χωρίς ταύρους, ταυρομαχίες και όλε, όλεεε.
Η μάνητα της εποχής.
Στο χώρο της αρένας ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο.
Γέμισαν τα υπόγεια και όλους τους ορόφους
καταστήματα και εστιατόρια.
Η αρένα είναι πάλι ενεργή.

Μόνο που τους ταύρους αντικατάστησαν οι άνθρωποι
και τους ταυρομάχους οι πολυεθνικές.

Στο τρένο από το Colonia Güell.
Κάθονται δίπλα μας, στολισμένες για έξοδο.
Η μια στα άσπρα, δαντελλένια σαν πεταλούδα
η άλλη στα κοκκινόμαυρα σαν παπαρούνα.
Δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, κολιέ που οδηγούν γύρω από το λαιμό
μάτια βαμμένα χείλη, ρουζ στα μάγουλα τονίζοντας
την επιθυμία για φίλημα.
Οι ψεύτικες οδοντοστοιχίες προσπαθούν να υποτάξουν
την τσίχλα που ανεβοκατεβαίνει στο στόμα τους.
Μιλούν ακατάπαυστα και γελούν σαν μικρά κορίτσια.
Ένα είναι σίγουρο. προσθέτοντας τα χρόνια τους
ξεπερνούν ενάμιση αιώνα.

Στο τρένο προς τη Βαρκελώνη.
Φόρεσαν όλα τα εφόδια για μια επίσημη έξοδο.
Δαχτυλικά αποτυπώματα, ταυτότητα, ηλικία
φουσκωμένες φλέβες έτοιμες να σκάσουν, νύχια χρωματιστά
αραιά μαλλιά στερεωμένα στα κεφάλια τους με χτένες.

Τα τραντάγματα κάνουν τις κινήσεις τους πιο εύθραυστες.
όπως και τις μνήμες που κουβαλούν στις τσάντες τους.

Το τρένο σταματά.
Σηκώνονται, διορθώνουν τα φτερά τους
έτοιμες να αποβιβαστούν και να πετάξουν.

Ιούνιος, 2013

Κείμενο: Λίλη Μιχαηλίδου. Φωτό: Fabio Dondero.

Αυτή η θέση είναι επίσης διαθέσιμη σε: DE