Prinzinger_20

Η ελληνική λογοτεχνία στις γερμανόφωνες χώρες

Συνέντευξη που παραχώρησε η Μιχαέλα Πρίντσγικερ στον συγγραφέα Αιμίλιο Σολωμού για το πόρταλ literature.gr με θέμα τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας.

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά;

Αγαπώ τη λογοτεχνία και μου αρέσει να γράφω. Σπούδασα Βυζαντινολογία και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Ήταν κατά κάποιο τρόπο επόμενο να δοκιμάσω τη μετάφραση λογοτεχνικών έργων. Συστηματικά και επαγγελματικά μεταφράζω από το 2000, όταν στα πρόθυρα της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης 2001 αναζητούσαν μεταφραστές ελληνικής λογοτεχνίας. Είχα τη μεγάλη τύχη να αναλάβω τον Πέτρο Μάρκαρη. Είναι πλέον ο πιο διάσημος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας στον γερμανόφωνο χώρο. Μέχρι τώρα έχω μεταφέρει 14 βιβλία του στα γερμανικά.

Είναι γνωστή η ελληνική λογοτεχνία στη χώρα σας; Υπάρχει ενδιαφέρον, προοπτική για νέες μεταφράσεις;

Η ελληνική γλώσσα είναι, όσον αφορά τα άτομα που την μιλάνε, μια «μικρή» γλώσσα και η λογοτεχνία της ελάχιστα γνωστή στον γερμανόφωνο χώρο. Ξανά και ξανά ακούω από τους εκδότες του γερμανόφωνου χώρου: Μας ενδιαφέρουν τα καλά βιβλία – ανεξάρτητα από το από πού έρχονται. Το πρόβλημα είναι, ότι οι εκδοτικοί οίκοι δεν μπορούν να διαβάσουν τις ­«ασυνήθεις» γλώσσες στο πρωτότυπο – σε αντίθεση με τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα ισπανικά βιβλία. Αυτό δυσκολεύει την κρίση τους και την απόφαση να αγοράσουν τα δικαιώματα. Επιπλέον, πολλοί γερμανόφωνοι εκδότες φοβούνται τη ριζική επιμέλεια των βιβλίων, που δεν γίνεται όσο θα έπρεπε στη χώρα προέλευσης. Μια τέτοια επένδυση γίνεται λοιπόν μόνο σε –εμπορικά– πολλά υποσχόμενα κείμενα.

Είναι σημαντικό να γνωρίσουν σήμερα οι γερμανόφωνοι αναγνώστες την ελληνική λογοτεχνία; Γιατί;

Ενδιαφέρον έχει μόνο η ποικιλία, η πολιτισμική «μονοκαλλιέργεια» είναι και βαρετή. Η λογοτεχνία είναι ένας σημαντικός παράγοντας κατανόησης των λαών, αλλά η διάδοσή της είναι κατά πολύ πιο δύσκολη σε σύγκριση με άλλες τέχνες όπως η μουσική, οι καλές τέχνες, το θέατρο και ο κινηματογράφος. Η λογοτεχνία ζει από τον λόγο και τον κόσμο της φαντασίας που δημιουργεί ο κάθε αναγνώστης. Εάν το κείμενο «λειτουργήσει», εξαρτάται απόλυτα από τη μετάφραση. Δεν απευθύνεται παρά στη φαντασία. Στο πνεύμα αυτό είναι σημαντικό να ακουστούν και οι Έλληνες συγγραφείς, καθώς ανοίγουν με τις εμπειρίες τους στον γερμανόφωνο αναγνώστη νέους ορίζοντες και νέες προοπτικές.

Βασισμένη στην πείρα σας, τι είναι αυτό που θα μπορούσε να αγγίξει τους γερμανόφωνους αναγνώστες ενός ελληνικού βιβλίου;

Μια καλά δομημένη, συναρπαστική ιστορία με ζωντανούς πρωταγωνιστές, γιατί έτσι λειτουργεί στις μέρες μας η λογοτεχνική αγορά στον τομέα της πεζογραφίας. Λιγότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο πειραματισμός και η ποίηση στην αγορά βιβλίου, αλλά «περιθωριακά» ανθίζουν και ευδοκιμούν άριστα. Υπάρχουν πολλοί αναγνώστες που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνική φόρμα και για μια βαθύτερη, φιλοσοφική αξιολόγηση του λόγου και της διαδικασίας γραφής. Βρίσκουν την πνευματική τους τροφή και τη δυνατότητα πνευματικής ανταλλαγής τόσο σε έντυπα όσο και σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Εκεί βρίσκονται κατά κάποιο τρόπο μεταξύ τους, εκεί είναι μικρότερη η ανταγωνιστική πίεση που χαρακτηρίζει την εμπορική λογοτεχνία. Στoν γερμανόφωνo χώρo αυτοί οι συγγραφείς προωθούνται με προγράμματα υποστήριξης. Στον ελληνόφωνο χώρο φοβάμαι ότι δεν υποστηρίζονται, αλλά παρατηρώ ότι σε καιρούς κρίσης δημιουργούν νέες κοινότητες. Αυτό είναι ένα από τα θετικά αποτελέσματα της τρέχουσας κατάστασης. Νομίζω ότι οι «περιθωριακοί» των δύο γλωσσικών χώρων επικοινωνούν καλά μεταξύ τους, δεδομένου ότι αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα. Συνιστώ να γίνει μια αρχή με την επικοινωνία των «περιθωριακών» και να μην περιμένουμε τη μεγάλη και άμεση εμπορική επιτυχία που απαιτεί χρόνο και μακρόπνοη δράση.

Έχοντας υπόψη ότι ο μεταφραστής (της ελληνικής λογοτεχνίας) δεν περιορίζεται μόνο στη μετάφραση του βιβλίου, ποιες δυσκολίες/προβλήματα αντιμετωπίζει από την επιλογή του βιβλίου μέχρι την έκδοση και την κυκλοφορία του;

Στον γερμανόφωνο χώρο ο μεταφραστής των «μικρών» γλωσσών είναι συχνά εκείνος που προτείνει, συστήνει και παρουσιάζει ένα βιβλίο στον εκδότη. Επομένως, είναι σημαντικές οι προσωπικές επαφές, γιατί μόνο μέσω αυτής της οδού μπορεί να πεισθεί ένας εκδότης ή επιμελητής. Αυτή η διατήρηση επαφών είναι, ωστόσο, χρονοβόρα και επίπονη, μια και οι πολλές αρνήσεις και απορρίψεις μπορεί να αποθαρρύνουν τον μεταφραστή. Στις «μεγάλες» γλώσσες τη διαμεσολάβηση την αναλαμβάνει ένα πρακτορείο, αλλά για τις «μικρές» γλώσσες δεν αξίζει η προσπάθεια αυτή, γιατί το κέρδος από τον κάθε συγγραφέα είναι μικρό. Όταν ο οίκος αποφασίσει να αγοράσει τα δικαιώματα για ένα βιβλίο, αναλαμβάνει την όλη ευθύνη για τη δημοσίευση και τη διανομή του. Τότε είναι η σειρά του μεταφραστή να κάνει καλά τη δουλειά του. Όλα τα άλλα –η επιμέλεια, η επιλογή τίτλου, το εξώφυλλο– είναι πια θέμα του εκδοτικού οίκου. Στους μεγάλους οίκους οι επιμελητές συνεργάζονται πολύ στενά με το τμήμα μάρκετινγκ: πρόκειται για τα δέκατα του δευτερολέπτου στα οποία το βλέμμα του δυνητικού αγοραστή εστιάζει στο προϊόν, για το κείμενο του εξωφύλλου και τις πρώτες σειρές που πρέπει να προκαλέσουν το ενδιαφέρον. Ο κυρίαρχος ρόλος των εικόνων στις σύγχρονες κοινωνίες μας δεσπόζει και στον κόσμο του βιβλίου.

Τι θα προτείνατε εσείς για να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση;

Εδώ και τρία χρόνια είμαι αρχισυντάκτρια της διαδικτυακής πολιτιστικής πύλης www.diablog.eu που είναι ταγμένη στον διάλογο μεταξύ του γερμανόφωνου και του ελληνόφωνου χώρου. Στόχος μας είναι να στήσουμε γέφυρες, να μοιραστούμε γνώσεις και να συνδέσουμε ανθρώπους. Καθένας μπορεί να εγγραφεί δωρεάν στο ιστολόγιό μας και να μας ακολουθήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χρησιμοποιούμε όλες τις δυνατότητες της ψηφιακής επικοινωνίας για τους σκοπούς μας, δηλαδή την προώθηση της πολιτιστικής παιδείας και τη μεταβολή της εικόνας της Ελλάδας. Για τον σκοπό αυτόν ιδρύσαμε –Γερμανοί, Αυστριακοί και Έλληνες– ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο στο Βερολίνο, το Diablog Vision e.V., που επιθυμεί να κάνει ακόμη πιο αποτελεσματική και πιο ορατή την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των δύο πολιτιστικών χώρων.

Έχουμε υποβάλει στην Αθήνα τις ιδέες και τις προτάσεις μας στο Υπουργείο Πολιτισμού και στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού για να υποστηρίξουμε τους συγγραφείς. Θα μπορούσαμε να συντάξουμε φακέλους συγγραφέων και να τους διανείμουμε μέσω των ψηφιακών μας καναλιών στα γερμανόφωνα μέσα ενημέρωσης. Επίσης, αναπτύσσουμε την ιδέα ενός ελληνογερμανικού συμποσίου λογοτεχνίας το 2018 στο Βερολίνο, την οποία θα υποβάλουμε σε μεγάλους χρηματοδότες. Επιπλέον, θα ήταν νοητή και η δημιουργία ενός διακρατικού μεταφραστικού ταμείου όπου θα συγκεντρώνονται οι επιχορηγήσεις για κάθε γλωσσική κατεύθυνση και το οποίο θα δέχεται αιτήσεις μετάφρασης που θα αξιολογεί μια ανεξάρτητη κριτική επιτροπή. Για παράδειγμα, προτείναμε σε μια ελληνική αεροπορική εταιρεία το αγγλόφωνο περιοδικό της να συνοδεύεται από μια συλλογή γερμανικών κειμένων του diablog.eu. Ιδέες έχουμε περισσές, τώρα περιμένουμε την ευκαιρία να τις υλοποιήσουμε κιόλας.

Από την άλλη, αληθεύει ότι η μάστιγα της κρίσης που έχει πλήξει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αποτελεί ενδιαφέρον θέμα για τους εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού;

Μάλλον όχι όσον αφορά τα λογοτεχνικά κείμενα. «Νικητές της κρίσης» είναι μόνο οι Πέτρος Μάρκαρης και ο Χρήστος Οικονόμου. Αντίθετα, το ενδιαφέρον του γερμανόφωνου χώρου είναι μεγάλο για πολιτικά και οικονομικά εναλλακτικά μοντέλα, τα οποία θα μπορούσαν να προκύψουν από την κρίση. Πρωτοβουλίες και κοινωνικά προγράμματα είναι επίσης δημοφιλή. Τέχνη και πολιτισμός κρίνονται στους καιρούς μας ως «πολυτέλεια», αν και εδραιώνουν την ταυτοποίηση και κάνουν δυνατή την επικοινωνία επί ίσοις όροις. Γιατί όλοι μας ασχολούμαστε όλο και με τα ίδια ερωτήματα στα οποία αναζητούμε απαντήσεις – ως πολιτικοί, επιχειρηματίες, υπάλληλοι και εργαζόμενοι στον πολιτιστικό τομέα.

Ποιες ιδιαιτερότητες υπάρχουν όσον αφορά στη μετάφραση από τα ελληνικά στα γερμανικά;

Η μετάφραση κάθε γλώσσας έχει τις ιδιαιτερότητές της που αποτελούν σίγουρα μια πρόκληση. Όσον αφορά την ελληνική λογοτεχνία, έχω διαπιστώσει ότι ο πλούτος των γλωσσικών εικόνων είναι μοναδικός. Οι Έλληνες αγαπούν συγκρίσεις, παραβολές, αλληγορίες, γνωμικά και παροιμίες, καθώς και εκφράσεις και τσιτάτα από τον αστείρευτο θησαυρό της αρχαίας κληρονομιάς. Αυτό υπερβαίνει μερικές φορές τις «αντοχές» του γερμανόφωνου αναγνώστη. Η τροχιά της γερμανικής αφήγησης είναι πιο ευθύγραμμη. Στη μετάφραση δεν μεταφέρω μία προς μία όλες τις γλωσσικές εικόνες. Στα γερμανικά ισχύει το αρχαίο «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Είναι καλύτερα να μην πνίξεις τον Γερμανό αναγνώστη με μια πλημμύρα γλωσσικών εικόνων, αλλά να του δίνεις με μέτρο τις μεταφορές, συγκρίσεις και παροιμίες, ώστε αυτές να προβάλλονται καλύτερα.

Ο μεταφραστής είναι ο ίδιος δημιουργός κατά τη μετάφραση ή διαμεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη;

Ο λογοτεχνικός μεταφραστής είναι, όπως και ο συγγραφέας, δημιουργός ενός πνευματικού προϊόντος. Ως εκ τούτου, η δραστηριότητά του υπερβαίνει εκείνη ενός χειροτέχνη και μια καθαρά διαμεσολαβητική δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα είναι η εργασία του εξειδικευμένου μεταφραστή. Γι’ αυτό ο συγγραφέας και ο λογοτεχνικός μεταφραστής είναι ισότιμοι. Για τον πολιτισμικό μεσολαβητή, αποτελεί, ωστόσο, μεγάλο βήμα η χειραφέτηση από τα «δεσμά» του πρωτότυπου και η εύρεση της αντιστοιχίας στη γλώσσα-στόχο – στο επίπεδο της λέξης, της σύνταξης και του ύφους. Γιατί ο μεταφραστής αισθάνεται πάντα την ευθύνη απέναντι στο πρωτότυπο, που περιορίζει τη δημιουργική του ελευθερία. Μια γερμανόφωνη συλλογή δοκιμίων σχετικά με τη λογοτεχνική μετάφραση αναφέρει εύστοχα: «Χορεύεις αλυσόδετος».

Ποια θεωρείτε εσείς καλή μετάφραση και ποιο θα μπορούσε να είναι το εγχειρίδιο του καλού μεταφραστή;

Εφόσον ο μεταφραστής παραμένει φιλοπερίεργος και φιλομαθής, δεν επαναπαύεται στην πρώτη γλωσσική λύση, εφόσον μπορεί να διαβάσει πίσω από τις λέξεις, παραμένει σε εγρήγορση όσον αφορά αποσπάσματα και αναφορές σε άλλα έργα τέχνης, εφόσον μπορεί να βρει τι κρύβεται πίσω από το επιφανειακό νόημα των λέξεων και βρίσκεται κατά το δυνατόν σε δημιουργική ανταλλαγή με τον συγγραφέα, τότε θα αποδώσει ένα καλό κείμενο.

Στο διαδίκτυο υπάρχουν σήμερα εργαλεία αυτόματης μετάφρασης ενός κειμένου με άθλια, ωστόσο, αποτελέσματα. Υπάρχει, άραγε, το ενδεχόμενο, η ανησυχία (όπως υπάρχει και η άποψη πως στο μέλλον το ηλεκτρονικό βιβλίο θα υποκαταστήσει το έντυπο βιβλίο), να αντικατασταθεί ο μεταφραστής από τέτοιες μηχανές αυτόματης μετάφρασης;

Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, γιατί ο «ανθρώπινος» μεταφραστής είναι αναντικατάστατος. Η μηχανική μετάφραση δεν μπορεί να κάνει ακριβώς αυτά που περιέγραψα παραπάνω: δεν μπορεί να διαβάσει πίσω από τις λέξεις και δεν μπορεί να βρει τι κρύβεται πίσω από το επιφανειακό νόημα των λέξεων. Επομένως, μια μηχανική μετάφραση παραμένει πάντα μονοδιάστατη και είναι ακατάλληλη για τη λογοτεχνία. Μπορεί να δώσει μια πρώτη εικόνα του περιεχομένου, αλλά τίποτα παραπάνω. Τα αυτοματοποιημένα βοηθήματα μετάφρασης των εξειδικευμένων μεταφραστών δεν βοηθούν σχεδόν καθόλου στα απαιτητικά κείμενα. Έτσι ο αγώνας μεταξύ ανθρώπου και μηχανής έχει κριθεί – τουλάχιστον όσον αφορά τη λογοτεχνική μετάφραση.

Ποια σημαντική εμπειρία που ζήσατε όλα αυτά τα χρόνια, μεταφράζοντας ελληνική λογοτεχνία, θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας; (ενδεχομένως άγνωστα περιστατικά, η σχέση-επικοινωνία με τον συγγραφέα κ.λπ.)

Είναι πάντα συναρπαστική η εισαγωγή ενός νέου όρου στη γερμανική γλώσσα. Στα ελληνικά υπάρχει μια αμετάφραστη λέξη η οποία δηλώνει την υποτιμητική χειρονομία της ανοιχτής παλάμης που στοχεύει το πρόσωπο ενός άλλου: η μούντζα. Ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε μια αφήγηση, αναγκάστηκα να εισάγω τη μούντζα ως νέα λέξη στα γερμανικά. Πιστέψτε με, μια τέτοια διεύρυνση του γερμανικού λεξιλογίου δίνει στον μεταφραστή μια ιδιαίτερη ικανοποίηση!

Συνέντευξη: Αιμίλιος Σολωμού, Μιχαέλα Πρίντσιγκερ. Μετάφραση των απαντήσεων: A. Tσίγκας.

Αυτή η θέση είναι επίσης διαθέσιμη σε: DE