Αυτή η θέση είναι επίσης διαθέσιμη σε:
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» του Μισέλ Φάις, μεταφρασμένο από τη Μιχαέλα Πρίντσιγκερ, δημοσιευμένο στο γερμανικό λογοτεχνικό περιοδικό Schreibheft τ. 75, 2010.
Το σπίτι δίπατο· κάτω έμενε η ιδιοκτήτρια. Βορειοδυτικό· έτσι, κρύο τον χειμώνα, κάψα το καλοκαίρι. Ώχρα· τα παντζούρια μάλλον λαδί. Δύο παράθυρα μπρος, δύο στα πλάγια ― το ένα τυφλό; Στέγη με κεραμίδια. Πέτρινη σκάλα. Τζαμαρία. Υπολείμματα από ψευδοκίονες στην πρόσοψη. Πίσω η αυλή. Σφυρίζοντας ο αγέρας μέσα απ” τη συκιά. Πυκνές τριανταφυλλιές στον φράχτη.
Από δω περνούσε ή Μαρίκα· γυμνή κι άχνιζε μέσα στο χιόνι: «Τώρα θα σε ζυμώσω με τα βυζάκια μου».
ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟΝ Μαρίκας Γκιούλη, διαγωνίως απέναντι.
Στη στενή κάμαρα της Θοδωρούλας πηγαίνατε εκδρομές με τη Ρασέλ. Ντομάτα, τυρί, φρέσκο κρεμμύδι, ελιές, καυτό ψωμί· νερό, από το στρατιωτικό παγούρι του πατέρα. Μπροστά στον καθρέφτη, ακίνητη, τραγουδούσε η Θοδωρούλα: «Να ’χα εκατό καρδιές, να σ” αγαπώ εκατό φορές», μετά φιλούσε με κουρασμένη ηδυπάθεια τους ώμους της. Τ” απογεύματα σ” έσερνε στα ραντεβουδάκια της με φαντάρους στο φρούριο.
«Θεοδοσίου κτίσμα» ή «Θεοδοσίου το κτίσμα». Όπως το διάβασε ο ίδιος ο Στίλπων Κυριακίδης, φοιτητής τότε, σε μια επιγραφή εντοιχισμένη με κεραμίδια, πάνω δεξιά στη δυτική πύλη.
Ο καμπινές έξω απ” το σπίτι, σε μια εσοχή απέναντι απ” τη σκάλα (εκεί που λούφαζε ο πληγωμένος λύκος). Ένα νοητό χολ και το καθιστικό στρωμένο κιλίμια. Στο βάθος, κοντά στο παράθυρο του ήλιου, ο μπλε καναπές. Οι ανθισμένες φλαμουριές του δρόμου. Ο ποδηλάτης καθώς γέρνει στη στροφή. Ο πλυμένος ουρανός. Σκύβοντας μπορείς να δεις μόνο τα λιωμένα παπούτσια του Μανόλη. Σουρουπώνει.
Μανόλη, σου άφησα το ρυζόγαλο.
Όταν νύχτωσε, ό Μανόλης σκούπισε το κουτάλι του στη φόδρα τού σακακιού του· του ‘χουνε πέσει σχεδόν όλα τα δόντια, σφίγγει το κουτάλι με τα ούλα.
Σιδέρωσέ με το πουκάμισο με τ” άστρα, απόψε θα σκοτωθώ.
Τη γυναίκα του και τη μάνα του στην κουζίνα. Γέμισε. Τις μικρές δίδυμες κόρες του στο κατώφλι, καθώς παίζανε κότσι. Γέμισε. Την κατάκοιτη αδελφή του στο διπλανό σπίτι. Τέλος, στήριξε το δίκαννο στο πεζούλι. Εδώ μπορεί και ν” άκουσε την αλαφιασμένη φωνή του αδερφού του «Μη, Χρήστο, μην το κάνεις», μπορεί και να έστρεψε μόλις το κεφάλι πριν τινάξει τα μυαλά του στον αέρα.
Οχτάχρονος ήτανε τότε ο Μανόλης κι όταν αντίκρισε τη συμφορά, έχασε τη μιλιά του. Τον σκοτεινό λόγο του πατέρα (ή τού «πάσχοντος εκ βαρυτάτης μορφής μανιοκαταθλιπτικής ψυχώσεως» ή «ο φονεύς εξ Ιμέρου είχε διατελέσει σύνδεσμος των κομουνιστοσυμμοριτών» ή «ήτανε πολύ σκεφτικός τελευταία ο αδελφός μου») δεν ερμήνευσε ποτέ κανένας. Αυτή την κουβέντα, πάντως, φέρεται να είπε ο δράστης στη μάνα του, λίγο πριν απ” το κακό. Κι εκείνη καθώς ξεψυχούσε, δίκην στερνής μητρικής συμβουλής, στον άλλο γιο.
Έκτοτε ό Μανόλης απέστρεψε το βλέμμα του απ” τον κόσμο. Κι αφού κάθισε περί τα είκοσι χρόνια στο Λεμπέτ, στη Θεσσαλονίκη, κατέληξε τελικώς σ” αυτή τη ρημαγμένη πόρτα. Δεκαπέντε χρόνια τώρα σ” αυτή την κόχη, συντροφιά με λίγο χαμομήλι και κανένα βιαστικό σαμιαμίδι. Μια θύρα μισάνοιχτη στο τίποτα. Επειδή το γκρέμισαν πίσω το σπίτι ― τσουκνίδες, σαμπρέλες, και πώς κάνουν οι γάτες σαν μωρά τα βράδια.
Ο Μανόλης δίψασε τώρα, αλλά έμεινε ασάλευτος. Αν και γνωρίζει ότι ακριβώς πίσω του βρίσκεται πάντα η τουλούμπα. Αυτός θα περιμένει με φιλήσυχη βεβαιότητα τον κυρ Αντώνη για να τον συνδράμει· να ξεπλύνει το κουπάκι του και να το γεμίσει καθαρό νερό, να του ρίξει στις πλάτες την κουβέρτα και να τον καληνυχτίσει.

1906 και Καραολή 4 γωνία, η τουλούμπα. Και δέκα μέτρα πιο κάτω το περίπτερο του κυρ Αντώνη.
«Υπήρχον όμως και φυλαί Θρακικαί εγκρατείς ονομαζόμενοι κτίσται ζώντες άνευ γυναικών. Ούτοι απείχον της κρεοφαγίας, ετρέφοντο δε με μέλι, γάλα, τυρόν και εν γένει με φυτικάς ουσίας. Τούτους τους αναφέρει ό Όμηρος ως αγαθούς γαλακτοφόρους, αβίους και δικαιοτάτους των ανθρώπων».
Και τρίβοντας ψηλά στον μηρό το ξύλινο πόδι του ο κυρ Αντώνης ―ό,τι έχει απομείνει δηλαδή, γιατί τώρα με τα πρώτα κρύα και την υγρασία υποφέρει― συνέχισε σε χαμηλότερους τόνους την ανάγνωση από το Λεξικόν Γεωγραφικόν και Ιστορικόν της Θράκης, χρωματίζοντας με μια ανεπαίσθητη μυστικοπάθεια τη φωνή του.
Ο κυρ Αντώνης λοιπόν πιστεύει ότι ο Μανολάκης ―έτσι τον φωνάζει― κατά βάθος είναι ένας άβιος, ένας μακρινός απόγονός τους. Επειδή, καθώς λέει, και χτίστης έκαμε κάποτε και γυναίκα δεν άγγιξε, όπως φαίνεται, στη ζωή του. Αλλά και τόσα χρόνια τώρα, σ” αυτήν εδώ την τρύπα, με λίγο γάλα πορεύεται.
Μετά ο κυρ Αντώνης σάς έβαζε στα μαλλιά βαριά βουλγάρικη κολόνια τριαντάφυλλο και σας έδιωχνε, γιατί ερχόταν κόσμος.
Ο κυρ Αντώνης έχασε το πόδι του στο Αλβανικό και τη γυναίκα του, εδώ και δέκα χρόνια, από ελονοσία. Από τότε ζει μόνος, στοιβάζοντας στο δωμάτιό του τα ισχνά, κιτρινισμένα τεύχη των Θρακικών όπως, παλιά, παστάλιαζε φύλλο φύλλο τα καπνά, όταν δούλευε ντεκτσής στο καπνεργοστάσιο του Βακιάνη στην Ξάνθη.
Η γειτονιά όμως τον έχει βάλει στο μάτι. Γιατί πέρσι στην Ανάσταση ξεμονάχιασε τον μικρότερο γιο της χήρας και ασέλγησε, λένε, πάνω του.
Τελικώς όμως αθωώθηκε. Όπως ακούστηκε, χάρη στη φιλία του με τον Αγησίλαο Κούλογλου. Η κουβέντα του οποίου μπορεί να μην είναι νόμος, όπως διαδοχικά ήταν του παππού του και του πατέρα του, αλλά μετράει ακόμα στην πόλη.
Νυχτώνει πιο νωρίς τώρα τον Σεπτέμβρη. Οσονούπω θ” ανάψουν και τα φώτα του Δήμου.
Το αστικό των οχτώ παρά τέταρτο φρενάρισε στη στροφή. Σταθμός, Φούρνος (της Μαρίκας), Ρέμβη, Γέφυρα, Βιβλιοθήκη (μετέπειτα στάση ΙΚΑ), Λέσχη, Πλατεία.
Η Μαρίκα βγήκε ξυπόλυτη στην πόρτα της. Ο κυρ Αντώνης παλεύει ν” ανέβει στο αστικό. Ο Μανόλης παρατηρεί έναν λεκέ στο παντελόνι του. Η Μαρίκα χαμογελάει με νόημα στον μελαχρινό οδηγό του λεωφορείου. Ο κυρ Αντώνης πληρώνει το αντίτιμο του εισιτηρίου. Ο Μανόλης, καρφωμένος στην ίδια πάντα θέση, μελετάει τον λεκέ του. Η Μαρίκα αναστενάζει βαριεστημένα. Η ένρινη φωνή του εισπράκτορα, φύγε, και το αστικό ξεκίνησε έτοιμο να διαλυθεί.
Στη Ρέμβη ανέβηκαν δύο μαυροφορεμένες.
Κρατούν μαύρες δερμάτινες τσάντες. Ραδίκια, ζο- χούς, χεροβότανα, καυκαλήθρες. Σκαμμένα πρόσωπα, βυζαντινά. Τα χέρια τους όμως διόλου κερένια· αιματώδη και σαν βρεγμένα από τη δροσιά των αγρών. Πρέπει να έρχονται μάλλον από τα μνήματα. Έτσι, μαζί με τη φροντίδα των προσφιλών τεθνεώτων, μάζεψαν και λίγα χόρτα από τα παρακείμενα λιβάδια. Γιατί είναι γλυκά και τρυφερά τούτη την εποχή τα χόρτα. Ήσυχο πένθος.
ΟΔΟΣ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ. Μετά τις σιδηρογραμμές, παίρνεις έναν στενό λασπόδρομο, στο τέρμα του συναντάς δύο μεγάλες κυδωνιές, εκεί βρίσκεται το σπίτι του νεκροθάφτη με τα γαλάζια μάτια, αυτός έχει τα κλειδιά για τα μνήματα.
Στη Βιβλιοθήκη κατέβηκε με προσοχή ο κυρ Αντώνης. Αφού διέσχισε τον κυβολιθοστρωμένο δρόμο σταμάτησε μπροστά σ” ένα αστικό ροδί σπίτι με καφέ παράθυρα. Χρησιμοποιώντας εν είδει διακοσμητικού μπαστουνιού το ένα δεκανίκι του (το άλλο το κρατούσε υπό μάλης), ανέβηκε την αμφίπλευρη σκάλα με εφηβική άνεση. Στο προστώο της εισόδου έσιαξε το μπατζάκι του ξύλινου ποδιού και πίεσε τη βγαλμένη γλώσσα του βατράχου στο βαθούλωμα του κουδουνιού. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα φάνηκε στο φθαρμένο κούφωμα της πόρτας μια μικρή το δέμας γυναίκα, με χαρακτηριστικά αφυδατωμένο πρόσωπο.
Ο κυρ Αντώνης, κουνώντας δύο φορές σαν εκκρεμές το κεφάλι του αντί χαιρετισμού, πέρασε στο εσωτερικό του σπιτιού.
Αν πλησίαζες περισσότερο, μπορούσες να διαβάσεις στον μαρμάρινο θυρεό πάνω από την πόρτα: 1912 Οικία Πέτρου Αγησιλάου Κούλογλου.
Αν τώρα την επομένη σου περνούσε η ιδέα να του αποσπάσεις κάποιες πληροφορίες, σχετικά με το τι διημείφθη ανάμεσα σ” αυτόν και τον φιλίστορα ιδιοκτήτη του αρχοντικού, μάλλον θα απογοητευόσουν.

Εξού και το ότι αυτή η σχέση έδινε τροφή για χρόνια στις συνάφειες των αργόσχολων. Τι θα κατάφερνες; Στην καλύτερη των περιπτώσεων, να σου πει: «Καιρό είχα να σε φιλέψω τσοκολάτα», κοιτώντας, σαν τη Σφίγγα, πίσω από το θαμπό τζαμάκι του περίπτερου.
Οι δύο γυναίκες, πάντως, με τα μαύρα κατέβηκαν μια στάση μετά. Πέρασαν τη σιδερένια γέφυρα του Μπουκλουτζά και διασχίζοντας το προαύλιο με τα κυπαρίσσια χάθηκαν πίσω από το Τσανάκλειο.
Μπροστά από τη Λέσχη Κομοτηναίων περνούσε ό Μπουκλουτζάς. Όταν απέναντι δεξιά, έχοντας πίσω σου τη βαθυκύανη οροσειρά της Ροδόπης, καθρεφτιζόταν στο υγρό βελούδο των ματιών σου, επιβλητικό, το σταχτί κτίριο της Νομαρχίας· βαριά, κεντροευρωπαϊκή αρχιτεκτονική των αρχών τού αιώνα (δωρεά τού τοπικού ευεργέτη με αξιόλογη εθνική δράση Νέστορος Τσανακλή).
«Εντός της πόλεως ταύτης ρέει ο Σικιαρλίτσαϊ, ρύαξ έχων πηγήν ύδατος καλού και αφθόνου. Επί δε τούτου τού ποταμίσκου υπάρχουν σε πέντε μέρη μικραί ξύλιναι γέφυραι, δι” ων γίνεται η διάβασις, αμφοτέρωθεν δε τούτων εκτείνεται η πόλις.
Παρ” αυτόν ρέει ο Καλφάτσαϊ, όστις ενούται μετά του άλλου και αμφότεροι εκβάλλουν εις την Μεσόγειον. Αμφότεροι οι ρύακες ούτοι εις το βόρειον μέρος της πόλεως, ρέοντες εκ των θερέτρων, ποτίζουν την πόλιν, αρδεύουν χιλιάδες κήπων, επίγειων παραδείσων, πολλούς συδένδρους, δροσερούς λειμώνας και δικτυώδεις λαχανοκήπους μεθ” ο εκβάλλουν εις την Μεσόγειον».
Αυτή την εδεμική εικόνα του έχοντος άφθονη θήρα ποταμού (Σικιαρλίτσαϊ) και του παραπόταμου (Καλφάτσαϊ) κατέγραψε ό Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή. Όταν γύρω στα 1660 επισκέφτηκε την τότε μουσουλμανική πολίχνη Kumurzine (Καρβουνότοπος) ή Gumurzine ή Cumulzine (τόπος χαμηλός, κοίλος). Τριακόσια χρόνια μετέπειτα, ακριβώς, η εφημερίδα –της Κομοτηνής πλέον – Πρωία ανέτρεπε την ειδυλλιακή εικόνα του ορμητικού χειμάρρου. Στον βαθμό που, με συνεχή δημοσιεύματα, κάτω από ζοφερούς τίτλους, περιέγραφε μια από τις μεγαλύτερες πλημμύρες –είχε προηγηθεί ήδη ο μέγας χαλασμός του 1784, Οκτωβρίου 26, ημέρα Σάββατο– του Σκουπιδοπόταμου (Μπουκλουτζάς), η οποία σημειώθηκε στις 10 μ.μ. της 20ής Ιανουαρίου 1960.
Από της προσεχούς εβδομάδος αρχίζουν τα Ντάνσινγκ εις την Λέσχην Κομοτηνής, τα όποια είχαν σταματήσει λόγω της πλημμύρας. Το προσεχές Σάββατον και Κυριακήν θα δοθή Ντάνσινγκ και χορός με πλήρη ορχήστραν.
Ωστόσο η ίδια εφημερίδα μία εβδομάδα μόλις μετά τη συμφορά, κι ενώ ό κοσμάκης έβγαζε ακόμα τη λάσπη με τους κουβάδες από τα σπίτια του, εμψύχωνε τους αναγνώστες της με σπαρταριστά αποσπάσματα όπως το ανωτέρω.
Μάκης, Λιάκος, Τρύφωνας, Σταμάτης, Σάκης, Τιμολέοντας, Αλέκος, Αλέκος που κούτσαινε, Έντμοντ, Σούλης, Ξάνθος, Σωτήρης. Κάποια ονόματα αγοριών πού το σούρουπο τα έβρισκε εκεί, στο ρέμα. Στην ασημένια λάσπη, στα σμαραγδένια βρύα, στο θολό παραμιλητό του νερού.
Όταν ό φόβος, η αθωότητα, η σκληρότητα, η ανία, η μοναξιά, η πανουργία ήταν τα έξι γειτονικά παράθυρα που φώτιζαν τα σκοτεινά τους παιχνίδια.
Τρελοί χειρουργοί: Ακρωτηριάζανε βατράχια, συνθλίβανε χελώνες, κάνανε ενέσεις με χλωρίνη σε ποντίκια που έπιαναν σε δικής τους επινόησης φάκες.
Σκληροτράχηλοι κυνηγοί: σκοτώνανε σπουργίτια και σταρήθρες με τσατάλες· με αεροβόλα κανένα παγωμένο μαυροπούλι.
Απομονωμένοι βοσκοί: φτιάχνανε έναν κύκλο και ξαναμμένοι από φανταστικές αφροδισιακές ιστορίες ―πάντα όμως με οικεία πρόσωπα― αυνανίζονταν ομαδικώς.
Τι διδάχτηκαν απ” όλη αυτή την άδολη μοχθηρία; Με απλά λόγια: ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Αφού δεν αρκούσε η ηδονή της μυστικότητας, η φαντασμαγορία του κακού, η συνενοχή του κοινού χρόνου, για να σπάσει η βουρκοδίαιτη αλυσίδα: το βατράχι τρώει το κουνούπι, το ποντίκι το βατράχι, το νερόφιδο το ποντίκι.
Αυτά τελειώνοντας το δημοτικό. Στο γυμνάσιο, εν χρω, τα μωλωπισμένα απογεύματα της επταετίας, παρακολουθούσατε τους άντρες με δραματικά κοστούμια, τις γυναίκες με απειλητικές κομμώσεις και τα παιδιά με ροζ μάγουλα να στριμώχνονται στα κατάφωτα ζαχαροπλαστεία της Βενιζέλου.
Είναι Κυριακή και βρέχει, κι οι πάστες είναι μπαγιάτικες. Τώρα τον χειμώνα κάνει γαϊδουρόκρυο και η βόλτα βαστάει μέχρι τις εννιά, βία εννιάμισι.
Από το πρώην φωτογραφείο του Παπαζέκου μέχρι τον «Χρυσοπόταμο» και τανάπαλιν.
«Γιατί μετά βγαίνει η Μελανιασμένη», που έλεγε ο πατέρας όταν ήσασταν μικράκια.
Κάποτε ζούσε ένα κορίτσι που το φώναζαν Μελανιασμένη, γιατί είχε μονίμως μελανιασμένο δέρμα από την παγωνιά. Έτσι, σαν να είχε φάει εκατό ξυλιές. Το κορίτσι αυτό λοιπόν έβγαινε μόνο τον χειμώνα, από την άνοιξη κι ύστερα χανόταν. Και τριγυρνούσε στην έξοχη, αλλά και στις πλατείες και στις γειτονιές. Και δεν μιλούσε στους ανθρώπους, μόνο χαμογελούσε, μ” ένα άσπρο χαμόγελο σαν το πρώτο χιόνι.
Ήταν ένα όμορφο κορίτσι. Λιγνούτσικο, με μακριά κατακόκκινα μαλλιά σαν τη φωτιά. Θα την έβλεπες σχεδόν πάντα με λασπωμένα πόδια και κρουσταλλιασμένα χέρια, γιατί η Μελανιασμένη δεν είχε παπούτσια να φορέσει και ζεστά ρούχα να ντυθεί. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, εκείνη ένιωθε τόσο ευτυχισμένη!

Και περνούσε ο καιρός, με τη Μελανιασμένη να κάνει μικροθελήματα από δω κι από κει, για να εξασφαλίσει λίγο φαγάκι και καμιά απάγκια γωνιά για το βράδυ.
Μια νύχτα όμως που η Μελανιασμένη δεν είχε μπορέσει να βολευτεί κάπου και τριγυρνούσε ασκόπως έξω απ” την πόλη, τη συνάντησαν ―κεί κοντά στα Χίλια Δέντρα― κάτι μεθυσμένοι αλήτες με ακριβά παλτά και λουστρίνια, που το χνότο τους μύριζε ούζο και παστουρμά. Αυτοί, αφού την κορόιδεψαν ώρα πολλή, στο τέλος άρχισαν να την καίνε με τα τσιγάρα τους και να γελάνε με τα χρυσά τους δόντια.
Όλη τη νύχτα έκλαιγε το δύστυχο κορίτσι. Έκλαιγε, έκλαιγε, όχι γιατί πονούσε ή ντρεπόταν, αλλά γιατί απορούσε με τη μεγάλη κακία των ανθρώπων.
Έκλαψε δε τόσο πολύ, που όταν ξημέρωσε η όψη της είχε σκεπαστεί από τα δάκρυά της. Το άλλο πρωί που ο άγριος βοριάς είχε παγώσει το νερό στις βρύσες, στα πηγάδια, ακόμα και τ” απλωμένα ρούχα στις μπουγάδες των γυναικών είχαν ξυλιάσει ―και σαν να χαιρετούσαν τους περαστικούς ―έτσι, μαζί μ” αυτά, πάγωσε και το κλαμένο πρόσωπο του ορφανού.
Γι” αυτό από τότε η Μελανιασμένη κυκλοφορεί ανάμεσά μας και μας φοβερίζει, γιατί τώρα, αντί για πρόσωπο, έχει ένα μεγάλο παγωμένο δάκρυ. Όμως προσέξτε καλά: η Μελανιασμένη πάντα μας χαμογελάει, όπως και τότε, μόνο που τώρα κανένας πια δεν μπορεί να το δει.
Κατόπιν ο πατέρας σας έσιαχνε το σεντόνι στον λαιμό, σας φιλούσε και αποσυρόταν σχεδόν πάντα από την ενδιάμεση πόρτα του υπνοδωματίου.
«Όταν ο πατέρας δείνι στα παιδιά του μια δραχμή,
η καρδιά του δεν την ξαναζτί πίσω την δραχμή».
Εν Κομοτινή -12 Δεκεμβρίου- 1964.
Έκθεση του μαθητού…
Η μητέρα σιδερώνει στην τραπεζαρία, καπνίζει και ακούει το «Θέατρο της Τετάρτης» από το μεγάλο ραδιόφωνο της τραπεζαρίας. Λίγο πριν ακουμπήσει την τσαγιέρα στην κεραμική πετρελαίου, χτυπάει το τηλέφωνο.
«Το μιαλό της μητέρας είναι όλο προς το παιδί της».
Εν Κομοτινή -16 Δεκεμβρίου- 1964.
Έκθεση του μαθητού…
Κείμενο: Μισέλ Φάις. Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» με ευγενική παραχώρηση του εκδότη, Εκδ. Πατάκη 1994. Φωτό: Μισέλ Φάις (ασπρόμαυρη φωτό, το πατρικό σπίτι του συγγραφέα στην Κομοτηνή), Barth Soethart.
Αυτή η θέση είναι επίσης διαθέσιμη σε:
