Τριημερία – συλλογή διηγημάτων του Πέτρου Μάρκαρη τώρα στα γερμανικά

Στις 26 Οκτωβρίου 2016 εκδίδεται στα γερμανικά η συλλογή διηγημάτων «Tod des Odysseus» (Τριημερία) του Πέτρου Μάρκαρη. Εδώ παρουσιάζεται ως πρώτη γεύση ένα απόσπασμα από το διήγημα «Poems and Crimes» που αναφέρεται στο ομώνυμο art bar της Αθήνας, που ταυτόχρονα είναι και έδρα των εκδόσεων Γαβριηλίδη, χώρος διαλέξεων, φιλολογικών αναγνώσεων και συναυλιών.

Φωτο: Σίλβια Ζανοβέλο, επιμελήτρια των εκδ. Διογένη, Ζυρίχη, και Μιχαέλα Πρίντσιγκερ, μεταφράστρια με τα πρόσφατα βιβλία του Πέτρου Μάρκαρη στα γερμανικά, Τριημερία και Τίτλοι Τέλους.

Ο παρατηρητικός αναγνώστης θα αναγνωρίσει στο κείμενο αυτό την παρουσία του εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη, παλιού φίλου του Μάρκαρη. Το diablog.eu δείχει μερικά πλάνα του υπαρκτού «Poems and Crimes», το στέκι του Πέτρου Μάρκαρη που πάντα αξίζει να το επισκεφθείτε. Βρίσκεται στην οδό Αγίας Ειρήνης 17, ανάμεσα στην Πλάκα και στο Μοναστηράκι. Με το φθινόπωρο αρχίζουν εκεί και πάλι οι δημοφιλείς μουσικές βραδιές Παρασκευής και Σαββάτου με ρεμπέτικο και άλλες μουσικές κατευθύνσεις.

trimieria-cover_elΕπτά ιστορίες τυχοδιωκτών και αποπροσανατολισμένων στην Ελλάδα, τη Γερμανία και την Τουρκία. Ο Μάρκαρης μιλά για εγκλήματα μίσους, φθόνου και φόβου απέναντι σε αντιπάλους και αγνώστους. Εμφανίζεται και ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος που αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι οι σκοτεινοί καιροί αντιμετωπίζονται μόνο με χιούμορ και συνεκτικότητα. Ο μεγάλος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων Πέτρος Μάρκαρης –και ο ίδιος ακροβάτης μεταξύ των πολιτισμών– μας γίνεται εδώ πολύ οικείος.

Το γηραιός έμπορος λευκών ειδών Οδυσσέας δεν έχει άλλον από τις γάτες του. Όταν μια από αυτές τελεύει, αποφασίζει να δώσει τις υπόλοιπες σε άσυλο ζώων, να φύγει από την Αθήνα και να περάσει τα τελευταία του χρόνια στην αγαπημένη του γενέτειρα, την Κωνσταντινούπολη. Αλλά φτάνοντας εκεί δεν είναι ευπρόσδεκτος. Ο Πέτρος Μάρκαρης μεταφέρει τον μύθο των περιπλανήσεων του Οδυσσέα στην εποχή μας.

Τα διηγήματα της συλλογής μιλούν για ανθρώπους που σαν τον αρχαίο ήρωα ταξιδεύουν στα ξένα, περνούν πάμπολλες δοκιμασίες, αφουγκράζονται το γοητευτικό τραγούδι ελπίδας των σειρήνων και βρίσκονται αντιμέτωποι βάναυσων αντιπάλων. Αλλά ο κίνδυνος δεν παραμονεύει μόνο καθ΄ οδόν, αλλά και στην πατρίδα. Σε δύο περιπτώσεις ο Κώστας Χαρίτος διαπιστώνει έκπληκτος κάνοντας έρευνες στην Αθήνα, ότι η πολιτιστική σκηνή κυριαρχείται από ανθρώπους φθονερούς κι εγκληματίες.

markaris-und-gavrielidis-ausschnitt
Ο Πέτρος Μάρκαρης μαζί με τον εκδότη του Σάμη Γαβριηλίδη, ©diablog.eu

Poems and Crimes (απόσμασμα)

Μόλις καταπίνω την πρώτη γουλιά από τον καφέ μου, εισβάλλει στο γραφείο μου ο Παπαδάκης.
«Έχουμε μια περίπτωση που από την περιγραφή μοιάζει να είναι φόνος, κύριε αστυνόμε».
«Και βρήκες να μου το ανακοινώσεις πάνω στον καφέ, ρε Παπαδάκη;»
Δεν του λέω ότι χαλάει ταυτόχρονα και την καλή διάθεσή μου, που διασώθηκε από χτες το βράδυ.
«Γιατί τα βάζετε μαζί μου; Εγώ τον σκότωσα;» διαμαρτύρεται δικαιολογημένα.
«Πού έγινε το περιστατικό;»
«Στην Αγίας Ειρήνης, σε μια καφετέρια».
Όταν φτάνουμε στον τόπο του εγκλήματος, συνειδητοποιώ ότι η καφετέρια είναι το μαγαζί όπου γλεντούσαμε χτες το βράδυ.
Ένα περιπολικό έχει διακόψει την κυκλοφορία στην Αγίας Ειρήνης, ενώ ο τροχονόμος κατευθύνει τα αυτοκίνητα, που κατεβαίνουν την Καραγιώργη Σερβίας, αριστερά στην Αιόλου, για να βγουν στην Ερμού.
«Το πτώμα είναι στο δρομάκι, δίπλα στην πίσω αυλή, κύριε αστυνόμε», με ενημερώνει ο οδηγός του περιπολικού.
Στο ρεμπετάδικο, που έχει μετατραπεί τώρα σε βιβλιοπωλείο με καφετέρια, επικρατεί απόλυτη σιωπή. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ακουμπάει στον πάγκο, απέναντι από το μπαρ. Πίνει με αργές γουλιές καφέ από ένα κρασοπότηρο και στο ενδιάμεσο τεντώνει και αφήνει τις τιράντες του. Το υπόλοιπο προσωπικό είναι συγκεντρωμένο σιωπηλό γύρω από το μπαρ.
Ο ιδιοκτήτης σηκώνει το βλέμμα και μας κοιτάει. Φαίνεται πως με αναγνώρισε από χτες το βράδυ, γιατί κάνει ένα βήμα για να μου μιλήσει, αλλά τον σταματάω.
«Αργότερα. Θα έρθω εγώ σ’ εσάς», του λέω και βγαίνω στην αυλή, μαζί με τον Παπαδάκη.
Βρισκόμαστε στην κλασική αυλή των παλιών σπιτιών αυτής της περιοχής. Το καλοκαίρι θα πρέπει να είναι μια μικρή όαση, όταν το κέντρο της Αθήνας γύρω από το Μοναστηράκι θα σιγοβράζει από τη ζέστη.
Η αυλή χωρίζεται από το δρομάκι με κάγκελα. Δίπλα στα σκαλάκια που βγάζουν στο δρομάκι, μπροστά σε ένα Τογιότα Γιάρις, είναι πεσμένος μπρούμυτα ένας τύπος. Το κρανίο του είναι σπασμένο, το πρόσωπο και η πλάτη του είναι σκεπα- σμένα με αίματα.
Με την πρώτη ματιά, αναγνωρίζω τον σκηνοθέτη που χόρευε χτες το βράδυ. Κοιτάζω γύρω μου. Λίγο πιο πέρα, στην απέναντι πλευρά, βλέπω ένα παλιό τριώροφο, έτοιμο προς κατεδάφιση. Κάποιος πρέπει να τον χτύπησε από πίσω με κάποιο υλικό της οικοδομής, κανένα τούβλο ή κάποιο κομμάτι μάρμαρο.
«Χρειάζεται να σου πω πώς δολοφονήθηκε;» ακούω μια φωνή πίσω μου.
Γυρίζω και βλέπω τον ιατροδικαστή Σταυρόπουλο.
«Όχι, είναι ολοφάνερο. Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι η ώρα του φόνου».
Αν και αυτήν την ξέρω στο περίπου. Θα πρέπει να τον σκότωσαν την ώρα που έφευγε από το μαγαζί, κάποια στιγμή μετά τη μία, γιατί φοράει τα ίδια ρούχα, όπως και χτες το βράδυ.
Αφήνω τον Σταυρόπουλο και τον Δημητρίου της Σήμανσης να κάνουν τη δουλειά τους και επιστρέφω στο μαγαζί. Ο ιδιοκτήτης και το προσωπικό είναι στην ίδια θέση και στάση, όπως τους είχα αφήσει. Η μόνη προσθήκη είναι μια ξανθιά αγνώστων λοιπών στοιχείων, που κάνει ακατάπαυστα ερωτήσεις, για να μάθει τι έγινε, ενώ οι άλλοι δεν λεχουν καμία διάθεση να της απαντήσουν.
«Ποιος τον βρήκε;» ρωτάω την ομήγυρη.
«Εγώ», απαντάει το παλληκάρι που είναι στο μπαρ. «Βγήκα το πρωί να στρώσω τις καρέκλες και τα τραπέζια. Είδα το αυτοκίνητο και έφαγα φλασιά ότι ήταν παρκαρισμένο εκεί από χτες το βράδυ. Πλησίασα και τον είδα».
«Πείραξες τίποτα;» τον ρωτάει ο Παπαδάκης.
«Απολύτως τίποτα. Πήρα αμέσως τηλέφωνο το αφεντικό και μου είπε να καλέσω την αστυνομία».
«Μήπως ξέρει κανείς το όνομά του;» ρωτάω γενικά.
«Τον έλεγαν Μίλτο Κελεσίδη», μου απαντάει ο ιδιοκτήτης. «Ήταν ένας πολύ γνωστός σκηνοθέτης κινηματογράφου».
«Μπορεί να μας πει κανείς τι ώρα έφυγε χτες το βράδυ;»
«Θα πρέπει να ήταν γύρω στις τρεις το πρωί. Ήρθε και με χαιρέτησε πριν φύγει. Η παρέα του είχε φύγει νωρίτερα, αλλά αυτός ξέμεινε. Του άρεσαν πολύ τα ρεμπέτικα και έμενε πάντα ώς το τέλος». Κάνει μια παύση και συμπληρώνει: «Το πιο πιθανό είναι να θέλησαν να τον ληστέψουν».
«Αποκλείεται», του απαντάει ο Δημητρίου, που μόλις μπήκε στο μαγαζί από την πόρτα της αυλής. «Το πορτοφόλι και το κινητό του ήταν πάνω του και δεν έχει παραβιαστεί το αυτοκίνητο». Η πόρτα του μαγαζιού ανοίγει και μπουκάρει μέσα ο μουσάτος από την παρέα του σκηνοθέτη, που του φώναζε ότι ο λουλουδάς τού είχε βάλει τα γυαλιά στον χορό.

Αυτή η θέση είναι επίσης διαθέσιμη σε: DE